Short Stories / Διηγήματα
«Η λευκοσουσουράδα»
Περιοδικό Νόημα, τεύχος 23, Σεπτέμβριος 2025.

1.
Στις έξι το πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι. Ξαναχτύπησε στις έξι και τέταρτο και μετά στις έξι και είκοσι. Ήταν ακόμα σκοτάδι έξω. Ο Γιάννης άπλωσε το χέρι του και το έκλεισε. Αμέσως, ψαχούλεψε πάνω στο κομοδίνο για τα γυαλιά του. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα χωρίς αυτά. Με μια αδέξια κίνηση του τα έριξε κάτω. Σηκώθηκε και άναψε το πορτατίφ. Έσκυψε, τα μάζεψε προσεκτικά από το πάτωμα και τα φόρεσε. Ήταν γεμάτα δαχτυλιές. Τα καθάρισε με την άκρη της φανέλας του. Δεν ήταν τελείως ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Βγήκε από το δωμάτιο, χωρίς να κάνει πολύ φασαρία και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Ετοίμασε έναν καφέ με λίγη ζάχαρη. Έπινε πάντα καφέ το πρωί, έστω μια γουλιά πριν φύγει από το σπίτι. Όχι από ανάγκη, περισσότερο από συνήθεια. Όρεξη για φαγητό δεν είχε ακόμα. Πήγε στο μπάνιο, έριξε άφθονο παγωμένο νερό στο πρόσωπο του και χτένισε με προσοχή τα λιγοστά γκρίζα μαλλιά του. Ντύθηκε με τα ρούχα που είχε τοποθετήσει στην πολυθρόνα του σαλονιού αποβραδίς. Φόρεσε την τσάντα του στην πλάτη, πέρασε την εξώπορτα και την κλείδωσε. Την τράβηξε για να σιγουρευτεί ότι ήταν κλειστή. Ξαναμπήκε μέσα να δει αν έσβησε το μάτι της κουζίνας. Αφού βγήκε δεύτερη φορά, έλεγξε και πάλι την πόρτα. Απομακρύνθηκε μερικά μέτρα. Γύρισε το κεφάλι του για να βεβαιωθεί ότι τα έκανε όλα σωστά. Ύστερα προχώρησε.
Είχε μπει ο Μάρτης αλλά το κρύο επέμενε. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Είχε κουκουλωθεί με το παλιό καφέ παλτό που του είχε δωρίσει η Μελίνα πριν κάποια χρόνια. Το αγαπούσε πολύ αυτό το παλτό και παρόλο που είχε χάσει τη ζωντάνια του δεν το έβγαζε από πάνω του. Το μάλλινο κασκόλ έφτανε μέχρι τις άκρες των ματιών του. Προσπαθούσε να προστατεύσει τα αυτιά του. Τα θεωρούσε το ευαίσθητο σημείο του. Ήταν που μισούσε και το κρύο, γιατί του θύμιζε έντονα τους παγωμένους χειμώνες της μίζερης γενέτειρας του, που είχε αποκηρύξει από τότε που έφυγε για φοιτητής. Καθώς βάδιζε προς το μικρό πάρκινγκ της γραφικής του γειτονιάς, ατένισε τον ουρανό, που είχε αφήσει πίσω του το βαθύ μαύρο της νύχτας και γέμιζε σιγά σιγά με τις πρώτες γαλάζιες και ροζ αποχρώσεις της αυγής.
Έφτασε στο αυτοκίνητο του, ένα παλιό κόκκινο Νισσάν. Τα είχε φάει τα ψωμιά του, αλλά δεν τον ενδιέφερε να αγοράσει καινούργιο. Έκανε τη δουλειά του. Αυτό το αυτοκίνητο ήταν η λατρεία του πατέρα του. Εκείνος τον πίεσε να το αγοράσει, γιατί όπως του έλεγε, τα γιαπωνέζικα αυτοκίνητα είναι τα καλύτερα. Στον Γιάννη δεν άρεσε και πολύ. Ιδιαίτερα τώρα που είχε παλιώσει και η οροφή άρχισε να ξεφτίζει και να χάνει τη γυαλάδα της. Μπήκε στο αμάξι και άναψε τη μηχανή. Έτριψε τα χέρια του. Σε δυο λεπτά η ζεστασιά του κλιματιστικού του έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Άνοιξε το ραδιόφωνο, αλλά κανένας σταθμός δεν άγγιξε τα γούστα του. Το έκλεισε χτυπώντας το πλήκτρο με δύναμη. «Ούτε ένα τραγούδι της προκοπής δεν μπορείς να απολαύσεις πια», μουρμούρισε. Έλεγξε τους καθρέπτες και ξεκίνησε.
[...]